Η Ουγγαρία είναι μια μεσαία ανεπτυγμένη, βιομηχανοαγροτική και όσον αφορά την εξωτερική οικονομία, ευαίσθητη χώρα.
Είναι πτωχή σε πρώτες ύλες και πηγές ενέργειας, επομένως πρόκειται για ανάγκη εισαγωγών σε πρώτες ύλες, παρόλο που έχει κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου, βωξίτη, κάρβουνου, καολίνης, ζεόλιθου, περλίτη, μπεντονίτη, καθώς επίσης αντεζίτη, ριολίτη, τούφα και ασβεστόλιθου που χρησιμοποιούνται στην δομική βιομηχανία.
Περίπου το 2/3 του ΑΕΠ της Ουγγαρίας προέρχεται από υπηρεσίες. Οι εξέχοντα κλάδοι του τομέα είναι η δημοσιονομία, τα ακίνητα, οι οικονομικές υπηρεσίες, καθώς και οι κοινοτικές υπηρεσίες (όπως η διοίκηση, η παιδεία, η υγειονομία, ο κοινωνικός εφοδιασμός κτλ.). Από την βιομηχανία, η οποία βασίζεται κυρίως στην μεταποιητική βιομηχανία, παράγει περίπου το ένα τέταρτο του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντα. Είναι σχετικά χαμηλή η αξία (4-5%) της γεωργίας και της δομικής βιομηχανίας.
Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, φτάνοντας λίγο-πολύ σταθερά στο 1,5-2%, επιταχύνθηκε την μεσαία αξία της Ε.Ε. που είναι 1,5. Πράγματι όμως, μεταξύ των καινούργιων κρατών-μελών ο ουγγρικός ρυθμός αύξησης είναι σχετικά χαμηλός. Πέρσι, χάρη στις ευνοϊκές παγκόσμιες συνθήκες, σταμάτησε η επιβράδυνση που ήταν χαρακτηριστική από 2001. Η 4% αύξησης οφείλεται όχι μόνο στην διεύρυνση 36% προστιθεμένης αξίας της γεωργίας, αλλά και στον ρυθμό αύξησης της βιομηχανίας και δομικής βιομηχανίας που έφτασε στο 5%, ενώ οι περισσότεροι κλάδοι του τομέα υπηρεσιών επιταχύνθηκε αρκετά χαμηλή, κάτω από την μεσαία αξία, αύξηση (εκτός από την μεταφορά και την αποθήκευση).
|